Όταν το ουσιαστικό γίνεται ρήμα, η δράση ξεκινά. Το δύο γίνεται δύω, ο Ιούλιος Καίσαρας βασιλεύει και ερωτεύεται την Αθηνά, ενώ ο Έκτορας τους φτιάχνει ένα ροζ πορτρέτο. Ένα αλισβερίσι έχει στηθεί στο τραπέζι με δηνάρια, διαμάντια, κόκκινα καρέ. Δούνε και λαβείν.
Κάποια στιγμή όλοι μαυρίζουν, η γαλήνη διαταράσσεται, χαμός... Οι φρουροί βγάζουν τα σπαθιά τους. Το τριφύλλι στο μανίκι σου σε κάνει να νιώθεις τυχερός που θα δεις τον Μέγα Αλέξανδρο να κόβει τον Γόρδιο δεσμό. Η βασίλισσα Regina αναγραμματίζεται σε νεράιδα Αρζίν για να συντροφεύσει τον βαλέ Κολοκοτρώνη στο κελί του.
Και όταν οι κούπες τους γεμίσουν κρασί, η αρχαία Ελλάδα αναβιώνει, και κάπου παραδίπλα η Ιουδήθ σαγηνεύει τον Ολοφέρνη. Πολλά μεταξύ πέλει κύλικος και χείλος άκρου, τα μάγουλα μοιάζουν με ρόδα και ο οίνος ευφραίνει την καρδία. Αίμα...
Ως διά μαύρης μαγείας εμφανίζεται φάντης μπαστούνι, άγγελος εξάγγελος. Οι καρδιές έχουν αναποδογυρίσει, κοιτάζωντας τον Έρεβο, τον κάτω κόσμο, αλλά με αιωνόβιες διαθέσεις. Μια υπογεγραμμένη έχει μπει κάτω από το ωμέγα, ριζώνοντας το σαν δένδρο βαθειά στην γη. Ο παππούς που είναι πλεον τυφλός από το μεθύσι θα σηκωθεί με αργές και σίγουρες κινήσεις από το τραπέζι και με το μπαστούνι του θα πάρει τον κατήφορο.
Καλά ε τι ζήσαμε πάλι! Ένας εγκέφαλος που προσπάθησε να τα απομνημονεύσει τα ξέχασε ήδη, και έγινε κρανίο, νεκροκεφαλή θαμμένη μέσα σε μια μαύρη κατωκοσμική καρδιά.
Μέχρι να τα ξαναθυμηθούμε και τότε η πηγή της ζωής θα εκχυλίσει το λευκό νέκταρ, σαν περισπωμένη πάνω από το ωμέγιστο, θα ποτίσει το κρανίο και θα ωθήσει την Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων.

















